Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

ένα ατελές έγκλημα


      Ο τύπος θα ‘ταν καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος μου. Καθόμασταν αντικριστά επί ώρα, προσπαθώντας να θυμηθούμε από πού γνωριζόμαστε. Αδύνατον. Όμως,  όταν έφεραν τις μπύρες και το μπολ με τα πατατάκια, άρχισε να μου μιλάει πίνοντας και μασουλώντας και σαν κάτι ν’ άρχιζε να μου θυμίζει. Παντρεμένος, δυο παιδιά, γενικώς την έβγαζε με δουλειές του ποδαριού. Δύσκολα -όμως για ποιον είναι εύκολη η εποχή;- αλλά την έβγαζε. Όταν ο ήλιος έγειρε στις κατάλληλες μοίρες ώστε να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα, πιο χαλαρός μου μίλησε και για άλλα θέματα…  Για την πολιτική και την κρίση, την τέχνη, τη φιλοσοφία. Εδώ που τα λέμε, μάλλον συμφωνούσα με όσα έλεγε, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον μιας και, στο χείμαρρο του λόγου του, έχασα κάμποσα.
      Όταν πια παραγγείλαμε τις δεύτερες, περίπου στη μέση του ποτηριού, δεν άντεξα. Μου ήταν τόσο πολύ συμπαθής που τον λυπήθηκα. Παρορμητικά, σήκωσα το μπυροπότηρο και με όλο μου το βάρος έπεσα πάνω του καταφέρνοντας του ένα μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι. Τον σκότωσα. Παράγγειλα κανταΐφι, αφού επέστησα την προσοχή του σερβιτόρου ώστε να φροντίσει το μαχαιράκι να κόβει. Σήκωσε το φρύδι με εκείνο το σνομπ ύφος που έχουν τα γκαρσόνια πολύ καλύτερων μαγαζιών.  Αφού έφαγα το γλυκό μου, κάπως μπαγιάτικο είναι η αλήθεια, με προσοχή και μαεστρία χειρουργού αφαίρεσα τους οφθαλμούς του πτώματος με την μισοπιωμένη μπύρα που καθόταν αμίλητο, επιτέλους, απέναντί μου και τους έριξα στο τασάκι. Δεν άντεχα να με κοιτάει , ακόμα και νεκρός , με την ίδια συμπάθεια που τον κοιτούσα κι εγώ. 
      Ο σερβιτόρος αντικατέστησε το άδειο τασάκι με ένα καθαρό, πήρε την απόδειξη και τα χρήματα που είχα αφήσει στο τραπέζι κι έκανε να βγάλει ρέστα. «Δικά σου» του είπα και μου φάνηκε ότι είδα έναν από τους 53 μύες του προσώπου του να συσπάται. «Δε βαριέσαι...», το φιλοσόφησα, και πριν φύγω πήγα στην τουαλέτα να αφήσω τις μπύρες και να ρίξω κρύο νερό στη μούρη μου. Καθώς σήκωσα το κεφάλι περνώντας τα δάχτυλα μέσα απ’ τα μαλλιά μου… τον ξαναείδα. Ήταν εκεί. Πάλι. Με τα ίδια μάτια, με το ίδιο βλέμμα.


6 σχόλια:

M είπε...

Ώρες-ώρες με τρομάζεις, αλλά από την άλλη μου αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες σου.

υ.γ.: δηλαδή αν δεν τον συμπαθούσες θα τον άφηνες να ζήσει? Να φανταστώ δηλαδή ότι για να ζω, σου είμαι αντιπαθής?

Κώστας Κουκουζέλης είπε...

Μ,
τα περί αμοιβαίας αντιπάθειας
τα έχουμε ξεκαθαρίσει !

απ' την άλλη, πια, ο γιατρός
μού έχει απαγορέψει τα χλιαρά,
οπότε συναναστρέφομαι μόνο
όσους αντιπαθώ σφόδρα
ή μου αρέσουν πολύ...
Να το θέσω ως κουίζ; μπα...;-)

υγ. χαίρομαι που σου άρεσε, ευχαριστώ !

ποιώ-ελένη είπε...

Σκληρό το κείμενο σου
αλλά άρτιο, μου άρεσε!!

φιλί

Κώστας Κουκουζέλης είπε...

πάντα ευγενική Ελένη !

σ' ευχαριστώ!

περήφανη μανιάτισσα είπε...

Καταπληκτικο! Έπαθα πλάκα! Συμβολικο, σκληρο, κυνικο και τρυφερο κατά μία περίεργη έννοια. Συνεχισε να γράφεις τετοια απέκτησες μια φανατική φίλη (όχι οτι δεν την ειχες κι από πριν χαχαχα)

Κώστας Κουκουζέλης είπε...

σ΄ευχαριστώ για τις
φιλικές υπερβολές σου
περήφανη !!!